• Ουρανία Κάππου

Η τιμωρία δεν είναι λύση



Όταν ήσουν πέντε χρονών, έσπασες το βάζο. Και τότε σε έστειλαν τιμωρία στο δωμάτιό σου. «Δε θα βγούμε σήμερα βόλτα στο πάρκο». Κι έκατσες εκεί να παίζεις μόνη με τις κούκλες σου και να κρυφοκοιτάς το πάρκο από το παράθυρο και τα άλλα παιδιά να σκαρφαλώνουν στην τσουλήθρα, να τραμπαλίζονται, να πέφτουν απ’ τις κούνιες και να χτυπούν το πόδι τους. Στην αρχή έκλαιγαν κι ο μπαμπάς τους έτρεχε να τα πάρει αγκαλιά. Μετά από λίγο το είχαν ξεχάσει κι έτρεχαν πάλι με ένα τεράστιο χαμόγελο να παίξουν. Κι εσύ έπαιζες μόνη.

Όταν ήσουν δέκα, τράβηξες τα μαλλιά της Ελένης στο σχολείο. Ο δάσκαλος σε πήγε στη διευθύντρια. «Δεν είναι δυνατόν ένα αγόρι να συμπεριφέρεται έτσι σ’ ένα κορίτσι. Θα μείνεις μέσα στο διάλειμμα.» Κι αυτό το διάλειμμα ήταν το χειρότερο. Άκουγες τις φωνές των άλλων παιδιών στο προαύλιο κι εσύ καθόσουν εκεί μόνος στην τάξη να κοιτάς τον πίνακα και να απορείς αν τελικά η Ελένη άξιζε ένα διάλειμμα.

Όταν ήσουν δεκαπέντε κρύφτηκες στην πίσω μεριά του σχολείου. Ήρθε κι εκείνος. Ανάψατε τσιγάρο και φιληθήκατε. Και πριν καν το καταλάβετε ένας καθηγητής βρισκόταν μπροστά σας και με φωνές σάς έσυρε στον διευθυντή. «Αποβολή». Και τι ακούσατε στο σπίτι -κι εσύ κι αυτός- δε λέγεται. Κι οι καθηγητές σάς είχαν στην μπούκα μέχρι το τέλος της χρονιάς και σας τα έψαλαν με κάθε ευκαιρία. Κι εκείνο το φιλί κι εκείνο το μισοτελειωμένο τσιγάρο πώς μπόρεσαν άραγε να μετατρέψουν την καθημερινότητα σε μαρτύριο;

Και τώρα πια είσαι ενήλικος κι ενήλικη. Κι η λέξη «τιμωρία» είναι απ’ τις πιο γνώριμες του ελληνικού λεξιλογίου. Και θυμάσαι με κάθε λεπτομέρεια κάθε φωνή, κάθε στέρηση της ελευθερίας, κάθε διάλειμμα που πέρασες κοιτώντας τον πίνακα, κάθε κέρβερο διευθυντή, τα κλάματα που έριχνες στο δωμάτιό σου.

Θυμάσαι τον φόβο. Όλες αυτές οι τιμωρίες σε έκαναν να φοβάσαι να επαναλάβεις όσα θεωρούνταν ως παράτυπα. Ή σε άλλες περιπτώσεις ο φόβος γινόταν θυμός και σε οδηγούσε να τα επαναλαμβάνεις όλο και περισσότερο για να εξοργίζεις όλους αυτούς τους μεγάλους κι ας έπρεπε να υπομείνεις άλλη μια τιμωρία.

Κι η τιμωρία αυτή δεν είχε τίποτε ουσιαστικό να προσφέρει. Υποτίθεται πως ένα παιδί πρέπει να μάθει ορισμένες κοινωνικές δεξιότητες. Να συνυπάρχει με άλλους ανθρώπους, να επικοινωνεί, να σέβεται, να διαχειρίζεται και να αποφεύγει τις συγκρούσεις. Πρέπει να αναπτύξει τη συναισθηματική του υπόσταση, να συναισθάνεται τους άλλους, να κατανοεί τα συναισθήματά τους, να διαχειρίζεται τα δικά του. Ένα παιδί πρέπει να ενισχύσει τη γνωστική του ανάπτυξη, μαθαίνοντας νέα πράγματα, διαβάζοντας, επειδή αυτά είναι ωφέλημα, όχι επειδή πρέπει να πάρει καλούς βαθμούς.

Άλλο κι αυτό. Φωνές για κακούς βαθμούς. Και τιμωρίες. Και ο μπαμπάς και η μαμά να πληρώνουν φροντιστήρια και ιδιαίτερα. Λες κι αυτά μπορούν να ανοίξουν το κεφάλι του παιδιού και να του χώσουν μέσα γνώσεις. Κι η επιβράβευση πότε έρχεται; Όταν δουν το 20άρι στον έλεγχο; Κι είναι τότε θαρρείς οι πιο ευτυχισμένοι γονείς της γης. Φουσκώνουν από υπερηφάνεια.

Κι η τιμωρία δεν έχει τίποτα να προσφέρει. Μόνο φόβο και πληγωμένες ψυχές που θυμούνται για χρόνια και πονούν. Κι ούτε έχουν συνειδητοποιήσει το λάθος -αν πράγματι υπήρξε- κι ούτε ξέρουν από σωστές συμπεριφορές παρά μόνο από φωνές και τιμωρίες.

Ξέρεις κάτι; Ένα παιδί καταλαβαίνει αυτό που θέλεις να πεις και χωρίς να φωνάζεις. Είναι ακριβώς τα ίδια λόγια. Κι αν θες να καταλάβει τα λόγια αυτά μπορείς να τα πεις και χωρίς να γκαρίζεις. Εκτός αν όντως στοχεύεις στο να το φοβερίσεις. Κι ένα παιδί θέλει στήριξη. Γιατί μπορεί κάτι άλλο να κρύβεται πίσω από τη συμπεριφορά του.


Και σκεφτήκατε ποτέ η τιμωρία να αντικατασταθεί από συζήτηση; Από την προβολή μιας ταινίας; Από την προτροπή για ανάγνωση ενός βιβλίου; Για ανάλυση ενός πίνακα ζωγραφικής; Γιατί αυτή η ψυχή ίσως κάτι αναζητά που δεν της το δίνεις κι έτσι φέρεται με τρόπο που εσύ δεν εγκρίνεις. Ίσως απλώς και να έκανε ένα λάθος. Και το ξέρει. Γιατί είναι παιδί.

Η συζήτηση κανόνων, η ενίσχυση της επιθυμητής συμπεριφοράς, η επιβράβευση είναι τα στοιχεία εκείνα που θα οδηγήσουν το παιδί να συμπεριφέρεται σωστά. Και κυρίως να καταλαβαίνει γιατί πρέπει να συμπεριφέρεται έτσι. Και γονείς και δάσκαλοι έτοιμοι να ακούσουν, να εξηγήσουν, να καθοδηγήσουν. Κι αν έρθει μια συμπεριφορά που βλάπτει είτε το ίδιο το παιδί είτε τους γύρω του, να είναι εκεί για να το βοηθήσουν να καταλάβει τι συνέβη.

Ξέρεις, το παιδί μπορεί να έσπασε το βάζο κατά λάθος. Μπορεί να τράβηξε τα μαλλιά της Ελένης επειδή δεν ήξερε πως να της δείξει το ενδιαφέρον του. Μπορεί να έδωσε εκείνο το φιλί στο σχολείο γιατί δεν είχε που αλλού να το κάνει και να έκανε εκείνο το τσιγάρο για να νιώσει μεγάλος ή να πουλήσει μούρη ή απλώς ήθελε να δοκιμάσει πώς είναι.

Κι αν όλα αυτά έχουν μια δόση λάθους, δεν έχουν καμιά δόση εγκλήματος. Και τα παιδιά είναι απλώς παιδιά κι όχι εγκληματίες. Γι’ αυτό φροντίστε να είστε εκεί από πριν, να αγκαλιάσετε τις ανησυχίες και τις επιθυμίες τους και να τα βοηθήσετε να προσαρμοστούν σ’ αυτόν τον κόσμο.



Συντάκτρια: Ουρανία Κάππου